Η λογιστική θεωρείται από πάντα ένα αντικείμενο που μελετούν και ασκούν άνθρωποι με ιδιαίτερα οξυμένη σκέψη. Έτσι, συνοδεύεται από μια αρκετά μεγάλη δόση ενδιαφέρουσας και εξειδικευμένης ορολογίας (jargon), το οποίο μπορεί να αποτελέσει πρόκληση για όσους μαθαίνουν Αγγλικά σε επαγγελματικό πλαίσιο.

Μπορεί να είσαι ο καλύτερος λογιστής στον κόσμο, αλλά αν δεν μπορείς να επικοινωνήσεις αποτελεσματικά με την υπόλοιπη λογιστική κοινότητα, δηλαδή με συναδέλφους, ακαδημαϊκούς, πελάτες και διοίκηση, τότε δύσκολα θα καταφέρεις να αξιοποιήσεις το ταλέντο σου στην πράξη. Στην ελληνική αγορά εργασίας, όπου όλο και περισσότερες εταιρείες λειτουργούν σε διεθνές περιβάλλον, η λογιστικη αγγλικη ορολογια έχει γίνει σχεδόν απαραίτητη.
Η σωστή οικονομική επικοινωνία είναι εξίσου σημαντική με τους ίδιους τους αριθμούς
Αυτό ίσως ακούγεται κάπως αποθαρρυντικό, αλλά μην ανησυχείς. Σε αυτό το άρθρο θα δούμε μερικούς από τους βασικούς λογιστικούς όρους και το απαραίτητο Business English λεξιλόγιο, ώστε να αρχίσεις να κινείσαι στον κόσμο της λογιστικής σαν επαγγελματίας. Τα Αγγλικά για λογιστική (English for accounting) δεν είναι κάτι που μαθαίνεις από τη μια μέρα στην άλλη, ωστόσο με τη σωστή προσέγγιση αποδεικνύεται πιο προσιτό απ' όσο φαντάζεσαι.
Accounting English Vocabulary για Αρχάριους
Για αρχή, ας βεβαιωθούμε ότι καταλαβαίνουμε πραγματικά τι εννοούμε όταν λέμε «Accountant», δηλαδή λογιστής.
Για κάποιους, ο όρος ίσως σημαίνει απλώς κάποιον που τα πάει καλά με τους αριθμούς. Στις τηλεοπτικές σειρές, ο λογιστής συχνά παρουσιάζεται σαν κάποιος που με ένα κούνημα του χεριού κάνει τα οικονομικά προβλήματα να εξαφανίζονται.

Στην πραγματικότητα, ο λογιστής είναι ένας επαγγελματίας με υψηλή εξειδίκευση στην καταγραφή και τεκμηρίωση οικονομικών συναλλαγών σε όλες τους τις μορφές. Παράλληλα, πρέπει να μπορεί να επικοινωνεί αυτές τις πληροφορίες με σαφήνεια και ακρίβεια στους πελάτες με τους οποίους συνεργάζεται. Το Accounting English vocabulary αποτελεί, λοιπόν, εργαλείο δουλειάς, όχι απλώς θεωρητική γνώση.
Όσο περισσότερο εξασκείσαι σε επαγγελματική ορολογία, τόσο πιο εύκολα βελτιώνεις το λεξιλόγιο Αγγλικών σου στην καθημερινή εργασία.
Η θέση του λογιστή είναι θέση εμπιστοσύνης και ευθύνης. Απαιτεί απόλυτη προσοχή στη λεπτομέρεια, ακρίβεια στις αναφορές και σαφήνεια στην επικοινωνία. Η κατανόηση της επαγγελματικής ορολογίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά για επαγγελματίες που θέλουν να ενισχύσουν τις γλωσσικές τους δεξιότητες στα Αγγλικά, κυρίως όταν εργάζονται σε περιβάλλον όπου τα οικονομικά χρησιμοποιούνται ως βασική γλώσσα επικοινωνίας.
Assets, Liabilities, Equity: Τα Θεμέλια των Οικονομικών στα Αγγλικά
Ένα μεγάλο μέρος της εργασίας του λογιστή επικεντρώνεται σε δύο βασικές κατηγορίες: τα περιουσιακά στοιχεία (assets) και τις υποχρεώσεις (liabilities). Είτε ο πελάτης είναι εταιρεία είτε ιδιώτης, τα περιουσιακά στοιχεία είναι, με απλά λόγια, τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που κατέχει μια επιχείρηση και μπορούν να αυξήσουν τα ίδια κεφάλαιά της (equity).
Assets = Liabilities + Equity
Οι υποχρεώσεις, από την άλλη, είναι όσα οφείλει ο πελάτης σε τρίτους και μειώνουν τα ίδια κεφάλαια. Η λογική θυμίζει αρκετά μια καθημερινή ισορροπία ανάμεσα σε ό,τι έχεις και ό,τι χρωστάς.
Τα ίδια κεφάλαια εκφράζουν την καθαρή αξία που ανήκει στους ιδιοκτήτες μιας εταιρείας. Στην περίπτωση ενός ατόμου, αντιστοιχούν στον προσωπικό του πλούτο. Για να το καταλάβεις πιο εύκολα, σκέψου το άτομο σαν να κατέχει τη μοναδική μετοχή της δικής του «εταιρείας». Αυτό συνήθως αναφέρεται ως net worth, δηλαδή καθαρή θέση.
| Assets | Liabilities | Equity | |
|---|---|---|---|
| Ορισμός | Περιουσιακά στοιχεία | Υποχρεώσεις ή χρέη προς τρίτους | Το υπολειπόμενο δικαίωμα στα assets μιας οντότητας αφού αφαιρεθούν τα liabilities |
| Παραδείγματα | Μετρητά, επενδύσεις, ακίνητα | Δάνεια, υποθήκες, χρέη πιστωτικών καρτών | Επένδυση του ιδιοκτήτη στην επιχείρηση, παρακρατημένα κέρδη |
| Επίδραση | Αυξάνουν την καθαρή θέση | Μειώνουν την καθαρή θέση | Μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τις μεταβολές σε assets και liabilities |
| Ιδιοκτησία | Ανήκουν σε άτομο ή οντότητα | Οφείλονται από άτομο ή οντότητα | Αξίωση του ιδιοκτήτη ή των μετόχων επί των assets |
| Ρόλος Στα Οικονομικά | Συμβάλλουν στη συσσώρευση πλούτου | Απαιτούν αποπληρωμή ή διακανονισμό | Αντιπροσωπεύουν την καθαρή αξία των assets μετά την τακτοποίηση των liabilities |
Φορολογικοί Όροι
Ο ΦΠΑ (VAT) είναι ίσως ο πιο γνωστός φορολογικός όρος, καθώς εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε τιμολόγιο αγαθών και υπηρεσιών. Αν όμως κινείσαι σε διεθνές περιβάλλον, υπάρχουν κι άλλοι ελληνικοί φορολογικοί όροι που χρειάζεται να ξέρεις να αποδίδεις σωστά στα Αγγλικά. Παρακάτω τους συγκεντρώνουμε για ευκολία.
| Φορολογικός Όρος | Σημασία | Παράδειγμα σε business English |
|---|---|---|
| VAT (ΦΠΑ) | Φόρος Προστιθέμενης Αξίας που προστίθεται στα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες. Ο κανονικός συντελεστής είναι 24%. | Could you send a revised invoice that shows the VAT separately? |
| AADE (ΑΑΔΕ) | Η ελληνική φορολογική αρχή, δηλαδή η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. | We submitted the quarterly return to AADE last Friday. |
| Tax year (φορολογικό έτος) | Η δωδεκάμηνη περίοδος υπολογισμού του φόρου. Στην Ελλάδα συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. | Let's record all the expenses before the tax year closes. |
| Withholding tax (παρακράτηση φόρου) | Ο φόρος που παρακρατείται στην πηγή, π.χ. σε αμοιβές, μερίσματα ή τόκους, πριν καταβληθεί το ποσό. | Don't forget that withholding tax applies to the consultant's fee. |
| Tax return (φορολογική δήλωση) | Έντυπο ή ηλεκτρονική υποβολή που δηλώνει εισόδημα, έξοδα και οφειλόμενο φόρο. | I'm waiting on two documents before I can file the tax return. |
| Taxable profit (φορολογητέο κέρδος) | Το κέρδος επί του οποίου φορολογείται μια επιχείρηση, αφού αφαιρεθούν οι εκπιπτόμενες δαπάνες. | After deducting expenses our taxable profit came in lower this year. |
| Allowable expenses (εκπιπτόμενες δαπάνες) | Επαγγελματικά έξοδα που μπορούν να αφαιρεθούν πριν τον υπολογισμό του φόρου. | Keep the receipts, as these travel costs count as allowable expenses. |
| Invoice (τιμολόγιο) | Έγγραφο που ζητά πληρωμή για αγαθά ή υπηρεσίες. | I'll send the invoice once the project is signed off. |
| myDATA | Η ψηφιακή πλατφόρμα ηλεκτρονικών βιβλίων της ΑΑΔΕ, όπου οι επιχειρήσεις διαβιβάζουν παραστατικά και φορολογικά δεδομένα. | All our sales invoices are now transmitted through myDATA. |
| Corporate tax (φόρος νομικών προσώπων) | Ο φόρος που πληρώνουν οι εταιρείες (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ) στα κέρδη τους, με συντελεστή 22%. | We've set aside funds to cover this year's corporate tax. |
Revenue, Expenses: Η Καρδιά των Financial Reports
Δύο ακόμη όροι που σίγουρα θα συναντήσεις στη λογιστική είναι τα έσοδα (revenue) και τα έξοδα (expenses). Η ορολογία φαίνεται οικεία, αφού τη χρησιμοποιούμε και έξω από λογιστικά πλαίσια, ωστόσο αξίζει να εμβαθύνει κανείς στην πιο ολοκληρωμένη και επαγγελματική προσέγγιση των όρων.

Τα έσοδα αντιπροσωπεύουν το συνολικό ποσό χρημάτων που εισρέει μέσω της πώλησης αγαθών ή υπηρεσιών. Δεν ταυτίζονται με το κέρδος ή το καθαρό εισόδημα μιας εταιρείας ή ενός ατόμου, καθώς δεν έχουν ακόμη συγκριθεί με τα έξοδα.
Τα έξοδα μπορούν να θεωρηθούν το αντίθετο των εσόδων. Είναι όλα όσα ξοδεύει μια εταιρεία ή ένα άτομο προκειμένου να δημιουργήσει έσοδα. Το καθαρό εισόδημα προκύπτει, λοιπόν, αφαιρώντας τα έξοδα από τα έσοδα για την ίδια χρονική περίοδο.
| Revenues | Expenses | |
|---|---|---|
| Ορισμός | Έσοδα που προκύπτουν από επιχειρηματικές δραστηριότητες | Κόστη που προκύπτουν για τη λειτουργία της επιχείρησης |
| Πηγή | Πωλήσεις, παροχή υπηρεσιών, τόκοι, royalties | Μισθοί, ενοίκια, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, αναλώσιμα |
| Επίδραση | Αυξάνουν το net income | Μειώνουν το net income |
| Φύση | Θετική επίδραση στην οικονομική υγεία | Αρνητική επίδραση στην οικονομική υγεία |
| Διαχείριση | Αύξηση μέσω πωλήσεων και marketing ενεργειών | Έλεγχος μέσω προϋπολογισμού και μέτρων περιστολής δαπανών |
| Στόχος | Μεγιστοποίηση για ενίσχυση κερδοφορίας | Ελαχιστοποίηση για βελτίωση κερδοφορίας |
Debits & Credits
Οι χρεώσεις (debits) και οι πιστώσεις (credits) είναι ένα δίδυμο εννοιών που συχνά δυσκολεύει αρκετά τους αρχάριους. Στην ουσία, αντιπροσωπεύουν τη ροή του οικονομικού οφέλους σε μια συναλλαγή, από μια πηγή προς τον προορισμό της.
Οι χρεώσεις αντιπροσωπεύουν την εισροή οικονομικού οφέλους προς έναν προορισμό, δηλαδή έναν λογαριασμό. Αυτό σημαίνει ότι σε έναν λογαριασμό συναλλαγών αποτελούν τη θετική πλευρά της κάθε συναλλαγής και αντιστοιχούν σε αύξηση των περιουσιακών στοιχείων και μείωση των υποχρεώσεων.
Στη λογιστική, οι όροι debit και credit χρησιμοποιούνται για την καταγραφή οικονομικών συναλλαγών και συχνά προκαλούν σύγχυση, καθώς δεν σημαίνουν απλώς αύξηση ή μείωση χρημάτων.
Αυτό ίσως φαίνεται μπερδεμένο, επειδή, έξω από τα λογιστικά πλαίσια, τείνουμε να σκεφτόμαστε τις συναλλαγές απλώς ως χρήματα που μπαίνουν ή βγαίνουν. Στην περίπτωση όμως των χρεώσεων και των πιστώσεων, μια αγορά (λεφτά έξω) είναι στην πραγματικότητα χρέωση, καθώς ανταλλάσσεται μια υποχρέωση με ένα περιουσιακό στοιχείο. Η λογική μοιάζει παράδοξη στην αρχή, αλλά αρχίζει να βγάζει νόημα με την εξάσκηση.
Οι πιστώσεις, από την άλλη, χρησιμοποιούνται για την καταγραφή συναλλαγών που συνδέονται συνήθως με αύξηση υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων ή εσόδων, αλλά και με μείωση περιουσιακών στοιχείων. Δεν αντιστοιχούν απαραίτητα σε «αρνητικά» ποσά, αλλά αποτελούν τη μία από τις δύο βασικές πλευρές της διπλογραφικής λογιστικής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η χρήση πιστωτικής κάρτας: παρότι πραγματοποιείται πίστωση για την ολοκλήρωση της συναλλαγής, το ποσό αυτό καταγράφεται ως υποχρέωση, καθώς πρόκειται για χρήματα που ο κάτοχος της κάρτας οφείλει να αποπληρώσει.

Οι 3 Βασικοί Κανόνες της Λογιστικής (Accounting)
Στη λογιστική υπάρχουν 3 βασικοί κανόνες που λειτουργούν ως κατευθυντήριες αρχές για την καταγραφή όλων των οικονομικών συναλλαγών. Μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Κατανοώντας τα Financial Reports και την Ορολογία τους
Στη συνέχεια θα δούμε λεξιλόγιο και όρους που σχετίζονται ειδικά με τη δουλειά του λογιστή. Αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται ευρέως από τους λογιστές για να επικοινωνήσουν τα αποτελέσματα της δουλειάς τους και να παρουσιάσουν σχετικές πληροφορίες σε πελάτες και άλλους συναδέλφους.
Πολλοί επαγγελματικοί όροι στα Αγγλικά, όπως revenue, engagement και ROI, χρησιμοποιούνται πλέον συχνά τόσο σε finance όσο και σε marketing teams
Balance Sheet
Το balance sheet, δηλαδή ο ισολογισμός, είναι μια συνηθισμένη μορφή τεκμηρίωσης που οι λογιστές χρησιμοποιούν για να αποτυπώσουν την τρέχουσα οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή μιας εταιρείας.
Ονομάζεται balance sheet επειδή ισορροπεί τις χρεώσεις και τις πιστώσεις που εξηγήσαμε νωρίτερα, αναπαριστώντας τα συνολικά ίδια κεφάλαια της εταιρείας σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Η εικόνα που προσφέρει μοιάζει με μια στιγμιαία φωτογραφία της οικονομικής υγείας της επιχείρησης.
Τα balance sheets είναι ιδανικά για να δώσουν μια βραχυπρόθεσμη εικόνα της οικονομικής κατάστασης ενός οργανισμού, ωστόσο συχνά δεν λαμβάνουν υπόψη πιο αφηρημένα στοιχεία, όπως οι ευκαιρίες ή οι απειλές που ίσως υπάρξουν στο μέλλον. Αυτό συμβαίνει επειδή μπορούν να αποτυπώσουν μόνο υφιστάμενες ή εκκρεμείς συναλλαγές και περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις που κατέχονται τη δεδομένη στιγμή.
Ο ισολογισμός αποτυπώνει assets, liabilities και equity σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Income Statement
Παρόμοιο με το balance sheet, το income statement (κατάσταση αποτελεσμάτων) είναι ένας τρόπος μέτρησης της οικονομικής κατάστασης ενός ατόμου ή μιας εταιρείας. Η βασική του διαφορά είναι ότι δεν ασχολείται άμεσα με τα συνολικά ίδια κεφάλαια της οντότητας, αλλά με την ταμειακή ροή σε μια δεδομένη περίοδο.
Στην ουσία, ένα income statement καταγράφει τα έσοδα, τα έξοδα και, κατά συνέπεια, το καθαρό εισόδημα για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Με πιο απλά λόγια, πρόκειται για μια καταγραφή του πόσα χρήματα κερδήθηκαν ή χάθηκαν σε ένα ορισμένο διάστημα.
Profit and Loss Statement (P&L)
Ο όρος profit and loss statement αναφέρεται στην ίδια οικονομική κατάσταση με το income statement, δηλαδή την κατάσταση αποτελεσμάτων χρήσης. Ωστόσο, το P&L χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή επαγγελματική και επιχειρηματική επικοινωνία.
Ένα profit and loss statement, ή ένα income statement, είναι ουσιαστικά μια οικονομική κατάσταση που δείχνει πόσα χρήματα έχει κερδίσει μια επιχείρηση σε μια ορισμένη περίοδο. Καταγράφει όλα τα χρήματα που κερδίζει η επιχείρηση από την πώληση αγαθών ή υπηρεσιών (έσοδα) και αφαιρεί όλα τα κόστη και τα έξοδα που έχουν προκύψει (π.χ. ενοίκιο, μισθούς και αναλώσιμα). Το αποτέλεσμα είναι είτε κέρδος (όταν τα έσοδα ξεπερνούν τα έξοδα) είτε ζημία (όταν τα έξοδα ξεπερνούν τα έσοδα).
Είναι σημαντικό για τους νέους λογιστές να εξοικειώνονται όχι μόνο με τη λογιστική ορολογία, αλλά και με γενικότερο business English και HR vocabulary, καθώς αυτοί οι όροι χρησιμοποιούνται συχνά στην καθημερινή επικοινωνία στον εργασιακό χώρο. Η κατανόησή τους συμβάλλει στην αποφυγή παρανοήσεων και στη δημιουργία πιο αποτελεσματικής επαγγελματικής επικοινωνίας

IFRS 9
Όταν δουλεύεις σε διεθνές περιβάλλον, ένας όρος που θα συναντήσεις συχνά είναι το IFRS 9. Πρόκειται για το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς που ρυθμίζει την ταξινόμηση, την επιμέτρηση και την απομείωση των χρηματοοικονομικών μέσων (financial instruments), βάσει του μοντέλου των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών (Expected Credit Losses). Στην Ελλάδα εφαρμόζεται από εισηγμένες εταιρείες, τράπεζες και άλλους χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, οπότε η εξοικείωση με την αγγλική του ορολογία αποτελεί σχεδόν προαπαιτούμενο για όσους κινούνται σε αυτούς τους κλάδους.
Χώρες χρησιμοποιούν IFRS standards στην οικονομική αναφορά
Ledger
Το «Ledger», δηλαδή το καθολικό, είναι ένας κλασικός όρος στη λογιστική. Με την έλευση όμως των σύγχρονων τεχνολογιών, ο όρος ίσως πλέον αναφέρεται σε αρκετά διαφορετικά πράγματα. Στην πιο παραδοσιακή του σημασία, το Ledger είναι ένα πραγματικό φυσικό έγγραφο ή μια συλλογή εγγράφων που χρησιμοποιείται για τη χειροκίνητη καταγραφή συναλλαγών.
Η έννοια του ledger άλλαξε ριζικά καθώς ψηφιοποιήθηκε. Ενώ παλιότερα ήταν μια φυσική οντότητα, σήμερα ένα digital ledger είναι ουσιαστικά ένα λογιστικό λογισμικό. Παραδείγματα τέτοιων εργαλείων είναι το Xero, το Quickbooks και το Sage.
Αυτά τα λογισμικά προσφέρουν αμέτρητα πλεονεκτήματα έναντι των παραδοσιακών βιβλίων, όπως ενημερώσεις σε πραγματικό χρόνο, απομακρυσμένη πρόσβαση, εργαλεία ανάλυσης, αυτοματοποίηση λογιστικών εργασιών και βελτιωμένες δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ λογιστών και συνεργατών ή πελατών τους.
Inventory
Στη λογιστική, το inventory (απόθεμα) αναφέρεται στα αγαθά και τα προϊόντα που διατηρεί μια επιχείρηση για πώληση, παραγωγή ή χρήση στη λειτουργία της. Τα inventory assets αναφέρονται στα αποθέματα που κατέχει μια επιχείρηση και τα οποία προορίζονται για πώληση ή χρήση στην παραγωγική διαδικασία με στόχο τη δημιουργία οικονομικού οφέλους. Χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες: raw materials (πρώτες ύλες), work in progress (ημιτελή προϊόντα) και finished goods (έτοιμα προϊόντα).
| Raw Materials | Work In Progress | Finished Goods |
|---|---|---|
| Οι πρώτες ύλες είναι αγαθά που εξάγονται μέσω πρωτογενούς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η υλοτομία, η εξόρυξη, η γεωργία κ.λπ. | Τα αγαθά σε αυτό το στάδιο βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση, καθώς αναλαμβάνουν τους κινδύνους που συνδέονται με την παραγωγή. | Πρόκειται για τα αγαθά που είναι έτοιμα να διανεμηθούν στους πελάτες. |
| Περιλαμβάνει στοιχεία όπως μέταλλα, πετρέλαιο και οργανικά προϊόντα, τα οποία δεν έχουν εγγενή αξία για τον καταναλωτή μέχρι να μεταποιηθούν σε προϊόντα. | Αυτό συμβαίνει επειδή τα ημιτελή προϊόντα έχουν δεχτεί επένδυση, ωστόσο μέχρι να ολοκληρωθούν αξίζουν λιγότερο και από τις πρώτες ύλες, αφού δεν μπορούν να πωληθούν στους πελάτες. | Αυτά τα προϊόντα δεν φέρουν πλέον τους κινδύνους της παραγωγής, αντιπροσωπεύουν όμως οικονομικό κίνδυνο αν δεν καταφέρουν να πωληθούν με κέρδος. |
| Γι' αυτόν τον λόγο, η παρακολούθηση αυτών των στοιχείων στο inventory έχει ιδιαίτερη σημασία στη λογιστική. | Είναι προτεραιότητα για την εταιρεία να πουλήσει γρήγορα αυτά τα αγαθά, ώστε να επιτύχει ένα κερδοφόρο «inventory turnover». |
Η κατανόηση αυτής της διαδικασίας είναι καθοριστική για να αποκτήσει κανείς μια ολοκληρωμένη εικόνα του πώς λειτουργεί μια επιχείρηση και πώς επιτυγχάνει κερδοφορία, αξιοποιώντας τις επενδύσεις και τους πόρους της.
Πηγές
- ACCA. “Depreciation and Amortisation.” ACCA Global, May 2014. Accessed 13 May 2026.
- ACCA. “The Accounting Equation.” ACCA Global. Accessed 13 May 2026.
- ACCA. “The Conceptual Framework for Financial Reporting.” ACCA Global. Accessed 13 May 2026.
- Association of Accounting Technicians. “Key Accountancy Terminology: A Bitesize Glossary.” AAT Comment, 14 Aug. 2020. Accessed 13 May 2026.
- British Council. “Business English.” LearnEnglish. Accessed 13 May 2026.
- Companies House. “Prepare Annual Accounts for a Private Limited Company.” GOV.UK. Accessed 13 May 2026.
- Financial Reporting Council. “FRS 102: The Financial Reporting Standard Applicable in the UK and Republic of Ireland.” Financial Reporting Council. Accessed 13 May 2026.
- HM Revenue and Customs. “Business Records If You’re Self-Employed.” GOV.UK. Accessed 13 May 2026.
- HM Revenue and Customs. “VAT Guide: VAT Notice 700.” GOV.UK. Accessed 13 May 2026.
- The Open University. “What Are Assets, Capital and Liabilities?” OpenLearn. Accessed 13 May 2026.
- IFRS Foundation. "IFRS 9 Financial Instruments." IFRS. Accessed 1 June 2026.
- Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. "myDATA – Ηλεκτρονικά Βιβλία." ΑΑΔΕ. Accessed 1 June 2026.
Περίληψη με AI:









